|
|
| χάπι Λου [διαβάστε το α' κεφάλαιο] |
|
Η μικρή Λουλού ή «αλλού για Λου»
Πέντε η ώρα τα χαράματα, δεν έχω ακόμη κοιμηθεί - πράγμα συνηθισμένο για οποιαδήποτε άλλη μέρα, αλλά σήμερα έχω ταξίδι και θα 'πρεπε υποτίθεται να κοιμηθώ δυο-τρεις ωρίτσες. Στην έκτη πίστα του Tomb Raider ο κακός κροκόδειλος δεν έχει ψόφο. Το κλατς κλατς από τα πλήκτρα ακούγεται δυνατά, και η μαμά μου μπουκάρει στο δωμάτιο σαν τον Τραβόλτα στο Pulp Fiction. - Πώς χαραμίζεις έτσι τη ζωή σου, πώς μπορείς, βρικόλακας είσαι, όχι κόρη, ποτέ δε σ' έχει δει το φως του ήλιου, θα πάθεις φυματίωση. Αυτά τα ηλίθια παιχνίδια τα παίζουν τα εφτάχρονα, όχι κοπέλες της παντρειάς. Τριάντα χρονών γαϊδούρα έγινες πια. Στα έξι τετραγωνικά μον θέλω να 'μαι μόνη μου, να μην ανοίξεις ξανά αυτήν την πόρτα, έξω απ' τα έξι κωλοτετραγωνικά μου, θέλω να πω. Λέω: - 'Ακου. θα παίζω Ναρκαλιευτή ώσπου των φιλενάδων μου τα παιδιά να παντρευτούν, θα παίζω ώσπου να βγάλει εξοχικό κι ο πιο κουμπούρας συμμαθητής μου, θα παίζω ενόσω η Φλώρα κι ο Γιάννης τρέχουν με γκρουπ στην Μπανγκόκ. Με δυο λόγια, μαμά, θα παραμείνω μια μουρόχαβλη ως τη συντέλεια του κυβερνοχώρου. θα 'πρεπε να είμαι πιο ευγενική, αλλά δεν μπορώ να το ελέγξω. Πάρε με από το σπίτι μου, χώσε με στο δωμάτιο μου με τη μαμά μου από δίπλα να αναχαιτίζει τον προαιώνιο εχθρό -τη σκόνη- και μεταμορφώνομαι σε δωδεκάχρονο. - Δεν είσαι πια δώδεκα χρονών, μου υπενθυμίζει αυτό που όλοι οι υπόλοιποι γνωρίζουν. Ναι, αλλά εσύ δε θα το δεις ποτέ! Η μαμά κλείνει την πόρτα κι εγώ αφήνω τον κροκόδειλο να διαμελίσει την ηρωίδα - ένα ρυάκι αίματος διαγράφει μια ωραία καμπύλη και χύνεται στον πάτο της οθόνης. Έτσι κι αλλιώς, σε τρεις ώρες φεύγω. Μέχρι να περάσουν και να πάει οχτώ, χώνω πουλόβερ στη βαλίτσα μου. Επίσης: αντιβιοτικά, το νεσκαφέ που μου παρήγγειλε ο Ευτύχης, τα βιβλία που δεν άνοιξα, κάλτσες, θερμικά εσώρουχα, αδιάβροχο, σκούφο - αυτόν τον βάζω στο σακίδιο ώμου. Εδώ είναι καλοκαίρι αλλά εκεί πάνω θα βρέχει. Ένα ξέχειλο σύννεφο πάνω απ' το αεροδρόμιο θα περιμένει ειδικά για μένα. Στο τέλος υποβάλλω την κλασική ψυχαναγκαστική ερώτηση στον εαυτό μου: τι ξέχασα που θα το χρειαστώ οπωσδήποτε; Η απάντηση μου φαίνεται, προς στιγμήν, πως είναι οπωσδήποτε φωτογραφική μηχανή: χώνω λοιπόν στη βαλίτσα την παλιά μου Γιασίκα, παρότι η απάντηση στην ανάποδη ερώτηση, που δεν μπαίνω στον κόπο να θέσω, δηλαδή «τι πήρες μαζί σου που δε θα το χρειαστείς», είναι κατά πάσα πιθανότητα πάλι φωτογραφική μηχανή. Το αεροδρόμιο «Μακεδονία» είναι κοντά, το Όπελ φτάνει μουγκρίζοντας. Πετάς τη βαλίτσα μου στο πάτωμα, είναι πράσινη και ζουμερή, σκάει σαν ακτινίδιο, με ένα φλοπ, αλλά είναι ελαστική, ευτυχώς. Στηνόμαστε τελευταίοι σε ένα σιδηρόδρομο από άγγλους τουρίστες που τηρούν την ουρά ευλαβικά. Ευλαβικά αποθέτεις τη βαλίτσα μου στη ζυγαριά. Πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, είκοσι πέντε: είναι ως συνήθως υπέρβαρη. Πιάνω την υπάλληλο στο μπλα μπλα: Έχω βιβλία, έχω εξετάσεις, έχω γρίπη. Έχω νεύρα, δείχνει να σκέφτεται, εγκαταλείπει με ένα κούνημα του κεφαλιού: Φύγε από μπροστά μου, είμαι στο πόδι απ' το πρωί, τι πρήξιμο. Τα κίτρινα καπελάκια της Τόμσον Χόλιντεϋς γκρινιάζουν για το σέρβις. Τους μαζεύουν σαν κοπάδι, τους στοιχίζουν και τους στέλνουν για ψώνια. Ψωνίζουν κουραμπιέδες και ελαιόλαδο σε άθραυστα τενεκεδάκια, τα αγαλματάκια και οι τσολιάδες κείτονται περιφρονημένα. Οι πολιτικώς ανορθόδοξοι χυμούν στα φτηνά Σιλκ Κατ, τα αφικνούμενα σκάφη βουίζουν, τα ασθενικά λεπτά τσουλάνε βιαστικά στο παρκέ, σβήνουν μυρίζοντας 'Αζαξ για πατώματα. Δέκα λεπτά πριν το τσεκάρισμα η νοσταλγία παχαίνει, το χέρι σου βρίσκει το χέρι μου, η αμηχανία μου δε βρίσκει τη δική σου. Πόσο αναίτια δραματικοί οι χωρισμοί στα αεροδρόμια, όσο σχεδόν και οι παλιές ταινίες της Φίνος Φιλμ: το πάθος, η ύστατη στιγμή κι ένα βιαστικό και όρθιο στις τουαλέτες δέκα λεπτά πριν τον έλεγχο διαβατηρίων. Δίπλα στη ράμπα για τα καροτσάκια αναπήρων φιλιόμαστε. Ο νιπτήρας είναι επίπεδος, τα πλακάκια καθαρά και ροζ, τα μικρόβια αθέατα. Οι λάμπες φθορίου φθορίζουν την αμηχανία. Το φόρεμα μου ελάχιστο εμπόδιο, τα χέρια σου ζεστά, η μανία σου κρύα. Τα μπούτια μου ακουμπάνε στα κρύα μάρμαρα, οι τρίχες τους ορθώνονται σε στάση προσοχής, πάνω στην κίνηση στηρίζομαι στο δοχείο του υγρού σαπουνιού και το ξεχαρβαλώνω, το ροζ υγρό πασσαλείβει το δεξί μου μπούτι: τα υγρά υπήρξαν πάντα η συγκολλητική μας ουσία - εύοσμα, κολλώδη σωματικά υγρά. Σε τρία χρόνια έχουμε ανταλλάξει τόνους από δαύτα: φαντάζομαι κυβικά σάλιου και ιδρώτα, μεγάλες διαφανείς δεξαμενές γεμάτες σπέρμα κι έναν τύπο με άσπρη ποδιά να λέει σε κάτι άλλους με πράσινες: «Αυτά παρήγαγαν όλα κι όλα... Τελειώσαμε μ' αυτούς τους δύο, ΠΑΡΤΕ ΤΟΥΣ. Πετάξτε τους έξω, στην πραγματική ζωή». Τελειώνουμε ετεροχρονισμένα (εσύ επιτόπου κι εγώ σαράντα εννιά εικοσιτετράωρα αργότερα, σ' ένα ξένο σπίτι στη Γλασκόβη). Μυρίζει μανιτάρι και υγρό σαπούνι φράουλα, μυρίζει παράφορα. Μυρίζει τέλος. Δε θα τελείωνα ακόμη κι αν είχαμε μπροστά μας δυο ώρες ήταν σκοτεινά και ρομαντικά δε μας έκοβε η υπάλληλος που μπήκε φουριόζα. Νομίζω πως πρόλαβε να με δει πριν κατεβάσω το φόρεμα μου, παρότι περπατούσε με τα μάτια στυλωμένα στο πάτωμα. Όσο για μένα, παρατηρούσα τη σκηνή σαν εξωσωματική εμπειρία: Είμαι εδώ κι όμως είμαι αλλού. Με κρατούσες σφιχτά και τρυφερά - πιο σφιχτά από τρυφερά. Σφιγγόσουν πάνω μου σαν απελπισμένος. Το ρολόι σήμανε δώδεκα, όπως συμβαίνει συνήθως στα έργα, ήταν όμως οχτώ το πρωί και ο φωτεινός πίνακας έφεγγε ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ. Τα «σ' αγαπώ» λειώνανε αβίαστα σαν γλειφιτζούρια ξεφλουδισμένα, έφτιαχναν σύννεφα που αιωρούνταν πάνω απ' τα γκισέ της Ολυμπιακής, ξεφουρνίζονταν αβέρτα σαν ροδοκόκκινα τσουρεκάκια. Αν δεν το κάναμε πώς θα 'χαμε βρει τα λόγια, οι γλώσσες μας θα δένονταν σαν κορδόνια. Εννιά ώρες πριν ανταλλάσσαμε βρισιές. Η ψυχρότητα των φωνών μας άφησε πίσω της ένα ρίγος που η πρόσφατη επαφή δεν κατάφερε να ζεστάνει: βαρεθήκαμε να πηδιόμαστε για να τα βρούμε - αν τα βρίσκαμε μπορεί και να βαριόμαστε το ίδιο το πήδημα; Εγώ δεν ήθελα ηρεμία, ανάθεμα κι αν ήξερα τι ήθελα. Το τελευταίο βράδυ είχαμε κοιμηθεί χωριστά. Δίπλα στον έλεγχο διαβατηρίων είπες: - Δε θα κοιμάμαι ήσυχα χωρίς εσένα, ο ύπνος μου θα είναι σαν του φαντάρου, μαλάκες λοχίες και γερμανικά νούμερα θα τον ταράζουν. Κι εγώ: - Ελπίζω να μην άλλαξε το νούμερο, δυο μήνες κάναμε να μάθουμε το τηλεφωνικό κέντρο της ΒΤ... - Είσαι δικιά μου εσύ; - Δικιά σου, όπως πάντα. Ώσπου να βγούμε στο διεθνή εναέριο χώρο, τουλάχιστον. 'Αχρηστες πληροφορίες. Μια αρρενωπή φωνή μας δίνει άχρηστες πληροφορίες. Πετάμε στα δώδεκα χιλιάδες πόδια, ο καιρός στο ταξίδι θα 'ναι καλός, θα φτάσουμε στο Λονδίνο σε δύο ώρες. Η αεροσυνοδός επιβλέπει τη ζώνη μου, ο θεός -ελπίζω πως- επιβλέπει την απογείωση, εγώ επιβλέπω τα σύννεφα στα πέριξ, αναβάλλοντας να επιβλέψω τη ζωή μου. Είμαστε νέοι, είμαστε ελεύθεροι, έχουμε δόντια λαμπερά και καθαρά, παίζει το γουόκμαν μου, πριν η δεσποινίς μου ζητήσει να το κλείσω. Τα δόντια μου είναι λαμπερά αλλά δεν τη θέλω: την προσφάτως αποκτηθείσα ελευθερία μου, δεν την θέλω. Η ζωή δεν είναι τραγούδι των Supergrass - ή μήπως είναι; Στον τρίτο χυμό η αεροσυνοδός με στραβοκοιτάζει. - Στο τρίτο μεγάλο σύννεφο αριστερά θα κατέβω, δεσποινίς. Εξετάζω το ενδεχόμενο να πηδήξω, να γίνω ένα με το σύμπαν. Ίσως να κάνω γκελ σε βαμβακένιο τραμπολίνο, τι λέτε; Η αεροσυνοδός δε με στραβοκοιτάζει πια. Δεν είναι σίγουρη ότι της κάνω πλάκα, μπορεί και να είμαι τρελή. Μπορεί και να είμαι. Τι εννοείς «μπορεί»; μου σφυρίζει η Σέβη. Η Σέβη μαγικά καταφέρνει να βρίσκεται όπου πάω, όπως το κατοικίδιο άλιεν της Σιγκούρνυ Γουήβερ. Ο διπλανός μου καπνίζει πούρο. Ακολουθεί συνταγές λάιφ στάιλ. Είναι είκοσι ενός και διαβάζει Μax. Το δανείζομαι. Η ζωή των άλλων δε με αποσπά από τη δική μου. Συνήθως μένω καρφωμένη στη θέση μου με το γουόκμαν στ' αφτιά και χαζεύω απ' το παράθυρο -συνήθως έχω φροντίσει από πριν να κάθομαι στο παράθυρο. Σήμερα όμως φαίνεται αδύνατον το να κάτσω στον κώλο μου. Στη ζώνη των μη καπνιστών βρίσκω μια κενή θέση δίπλα σ' έναν 'Αγγλο που πίνει την πορτοκαλάδα του με θόρυβο. - Τι ακούτε; κάνει την αρχή. Χνώτο δυσπεψίας, κρόταφοι που προσφέρονται για αναδάσωση. - Μπιόρκ. - Βέβαια, βέβαια... Κάπως ιδιόρρυθμη για τα γούστα μου. - Θέλω να της μοιάσω. - Είστε τραγουδίστρια; - Οχι. θέλω να είμαι σαράντα και να δείχνω δεκαπέντε. - Ενδιαφέρον... Από που είστε; - Απ' την Ελλάδα. - Πολλοί Εβραίοι ζουν στην Ελλάδα. - Πρώτη φορά μου λένε ότι μοιάζω με Εβραία. - Δεν είπα αυτό. - Αλλά τι είπατε; - Είστε αντισημίτισσα; - Γιατί το λέτε αυτό; - Γιατί αντιστρέφετε τις ερωτήσεις μου; Είστε ψυχαναλύτρια; Αυτό το κάνουν οι ψυχαναλυτές. - Δεν είμαι, λέω. Αλλά είναι αυτός. - Τι θέλει να πει η Bjork στο «Excuse me, I have to explode»; ρωτάω. - Μήπως είναι ένας εύσχημος τρόπος για να πει ότι θέλει να κλάσει; Με όλους τους συμπαρομαρτούντες συμβολισμούς, εννοείται... - Εσείς τι νομίζετε ότι θέλει να πει; - Δε μιλάμε για μένα τώρα. - Τι να σας πω, είναι κι αυτή μια ερμηνεία, φαντάζομαι. Πρόκειται για έκδηλη καθήλωση στο πρωκτικό, αν είναι έτσι. Η άποψη του ψυχαναλυτή: τα παίρνουμε όλα στα σοβαρά, όλα κρύβουν συμπλέγματα, προσκολλήσεις, διαταραχές. Ανοίγω τον Δικαστή Ντρεντ αποφασισμένη να βγάλω το σκασμό στο εξής. Στην τρίτη σελίδα σκύβει από πάνω μου. - Είναι πολύ δημοφιλής, λέει, εδώ διστάζει λίγο... - Στα δεκαεξάχρονα. Στα δεκαεξάχρονα αγόρια. Κάτι υπαινίσσεται, μυρίζεται κάποιο σύμπλεγμα, χαλάρωσε, φίλε, είσαι εκτός γραφείου, το μόνο που μου λείπει σήμερα είναι μια διάγνωση. - Στην πραγματικότητα είμαι δεκαεξάχρονο αγόρι, απαντάω. - Περίεργο, θα έκοβα το κεφάλι μου ότι είστε κοπέλα. - Τα φαινόμενα απατούν, Μίλο Μανάρα. - Ενδιαφέρουσα περίπτωση. Σε κανέναν δεν αρέσει να τον αποκαλούν «περίπτωση», ο τύπος μόλις κέρδισε την ισόβια αντιπάθεια μου. Γυρίζω στη σελίδα πέντε, φροντίζοντας να δείχνω βλοσυρή. Περνάει στην προσπάθεια νούμερο δύο: - Για να είμαι ειλικρινής δεν αντέχω τη βία, εγώ διαβάζω Μανάρα, με χαλαρώνει, αστείο που τον αναφέρατε, λέει. Αστείο, πράγματι, άλλοι τον διαβάζουν για να τους διεγείρει. - Σαν τι διαβάζεις; ρωτάω. - Το κουμπί της, τα κουμπιά δηλαδή. - Τις Ωφέλειες τον Πυγοραπίσματος όχι; Είναι κάπως δύσκολο να το μεταφράσω, το εξηγώ περιφραστικά και δε φαίνεται να κοκκινίζει. - Θα μπορούσατε να μου το δανείσετε ίσως. Θα ήταν μια ευκαιρία να σας ξαναδώ, μια καλή δικαιολογία, εγώ μένω στο Λονδίνο, πάρτε το τηλέφωνο μου, αν και θα προτιμούσα να μου δώσετε το δικό σας, κάτι μου λέει ότι δε θα πάρετε. - Μένω στο Λίβερπουλ, πετάω στην τύχη, σίγουρη ότι αυτό θα δυσκολέψει το πράγμα. Ίσως το νιώθει σαν υποχρέωση το να μου την πέσει, δε λέω, στο κάτω κάτω εγώ έκατσα δίπλα του. - Θαυμάσια, περνάω από κει συχνά. Και τώρα συχνότερα, μου σκάει ένα σχεδόν χαμόγελο. Μα πώς αρχίζουν οι γαμημένοι κωδικοί του Λίβερπουλ, προσπαθώ να θυμηθώ το τηλέφωνο του Σων, εκατόν πενήντα ένα ή εκατόν εξήντα ένα... και πόσα ψηφία έχουν τα νούμερα; - Πάω να πουδράρω τη μύτη μου, λέω και σηκώνομαι χωρίς άλλη κουβέντα. Κι αν τον πηδούσα στις τουαλέτες του Μπόινγκ; Κι αν στο Λονδίνο τον παντρευόμουν; Ένας ψυχαναλυτής θα με διαμέλιζε με ακριβείς αιματηρές τομές σαν χειρούργος, θα μου έδειχνε τι θέλω. Θα μου έκοβε το Tomb Raider, θα μου έστρωνε τη ζωή. Ένας άντρας που θα ανέλυε την ψυχή μου - μια χίμαιρα, ένα ιδανικό σχεδόν. Θα τον μυούσα στο τάβλι και θα έπλενα τα πιάτα, θα μου έλυνε τα υπαρξιακά και θα κούρευε το γκαζόν. Όταν είχα γενέθλια θα μου αγόραζε εσώρουχα, όταν είχε γενέθλια θα του 'παιρνα σύνεργα σαδομαζό. Όταν βαριόμουν θα πήγαινα γυμναστήριο, όταν γκρίνιαζα θα με έλεγε νευρωτικιά. Όταν βαριόταν θα πηδούσε τη γραμματέα του, όταν γκρίνιαζε θα πηδούσα το γυμναστή. Δε θέλω αποδομήσεις. Θέλω γαργαλητά και φιλιά κυλιόμενα, θέλω έναν άντρα να μου δείξει τη θέα. Αντίο ήσυχη ζωή, αντίο BMW κι εξοχικό, αντίο αναλύσεις. Ψυχαναλύομαι - σε δάκρυα, στην τουαλέτα... Μια κινούμενη πλατφόρμα καταπίνει τα μουσκεμένα χαρτομάντιλα. Χτυπιέμαι στο Μπόινγκ σαν το χταπόδι. Μέχρι να φτάσω στο Λονδίνο θα 'χω μαλακώσει, λέω - θα 'μαι έτοιμη για ψήσιμο... Δεν είμαι η Έρικα, δεν είμαι η Πλαθ, φλασάρει μέσα μου μια βεβαιότητα: ποτέ δε θ' αξιωθώ το Ξένοιαστο Γαμήσι. Είμαι μια φω αλήτισσα, το ντουμπλ φας της αυτοκαταστροφικής ύπαρξης, μια αστή που κλαδεύει ξένους κήπους. Ποτέ δε θα 'χωνα το κεφάλι μου στο φούρνο. Στο φούρνο θα 'χωνα μόνο το ταψί με τις πατάτες και δυο λουκάνικα... Έξω απ' την τουαλέτα αντικρίζω αυτό το οξύμωρο: έναν Έλληνα που μοιάζει ξένος. Οι ματιές μας συναντιούνται. Κάθομαι δίπλα του. Ένας που ξέχασε να ζητήσει Καπνίζοντες, Όχι. Είναι ένας Έλληνας που δεν καπνίζει. Ένας σχεδόν αντεθνικός: δε γουστάρει το μπάσκετ κι ούτε βλέπει ποδόσφαιρο. Ο Ευτύχης θα 'βαζε στοίχημα ότι είναι αδερφή. Βάζω στοίχημα ότι είναι χορτοφάγος. - Ποτέ δε μου άρεσε πολύ το κρέας, λέει. Αυτό, όπως και το είδος εκείνο του ανθρώπου που δεν του αρέσουν τα γλυκά, είναι για μένα ένα ακατανόητο είδος ανθρώπου. Αν υποθέσουμε ότι είσαι ό,τι τρως, σύμφωνα με την αδυναμία μου στα σουβλατζίδικα τα δεκαεννιά τουλάχιστον απ' τα πενήντα ένα κιλά μου είναι γύρος. Φαντασιώνομαι, με την ευκαιρία, ένα σάντουιτς με σεφταλιά, αγγουράκι και πατάτες τηγανιτές από το Σνούπυ. Αυτά που έχουμε μπροστά μας στα τραπεζάκια δεν τρώγονται: δύο (2) στρογγυλές προψημένες πατάτες δίπλα σε κατάχλομο φιλέτο ψαριού του γλυκού νερού, μια φέτα μαραμένο παντζάρι κι ένα σοκολατένιο γλυκό καθόλου θελκτικό, ακόμη και για μένα που, εντάξει, δεν έχω μεγάλες αντιστάσεις σ' αυτά τα πράγματα. - Με φόρτωσε κι η μάνα μου εφτά κιλά φαγητό, λέει. - Τώρα σου φαίνονται βαριά, αλλά όταν φτάσεις εκεί και τα ανοίξεις... - ...θα δεις πως θα σου φανούν, γελάει. - Όλες τα ίδια λένε. Ωραία είναι πάνω, δε λέω, σηκώνει τους ώμους. -Αλλά; - Καλόμαθα σπίτι και τώρα άντε να ξαναγυρίσεις... Ωχ, άλλος ένας που νοσταλγεί τα γεμιστά της μαμάς του. - Ε, ξέρεις, παρέες, αραλίκι, κολλάς. Έχω πήξει στη δουλειά, εξηγεί. Ας μη με φορτώσει λεπτομέρειες, δε θέλω να ξέρω, πάω στοίχημα ότι κάνει έρευνα. - Κι εγώ τα ίδια, απαντάω γρήγορα γρήγορα. Ότι έχω πήξει έχω πήξει. Αν παραγράψουμε το γεγονός ότι βρίσκομαι στο ίδιο κεφάλαιο -της διατριβής μου- εδώ και τρεις μήνες, θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχω πήξει στη δουλειά... - Και από ηλεκτρονικά τι παίζεις; με αιφνιδιάζει. Πάνω-κάτω εδώ περιστρέφεται η κουβέντα μας - όπως μ' αρέσει να εξελίσσονται οι κουβέντες. Γιατί αγχώνομαι με τα τσάρτερ, γιατί γουστάρει τα αεροδρόμια, αν οι Pulp είναι φιλέλληνες, τι άθλια που είναι τα μικρά αεροπλάνα, πόσο λαχταριστά είναι τα ντολμαδάκια γιαλαντζί μέσα στο τάπερ στην τσάντα του, πώς φτιάχνεις μια φασολάδα της προκοπής, πόσα ναρκωτικά μπορεί να καταναλώσει κανείς πριν του γίνει το μυαλό πατατοσαλάτα... Ούτε: τι σπουδάζεις, πού μένεις, πού πας, γιατί πας εκεί που πας (γιατί μεταναστεύουν τα χελιδόνια, τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;), ποιον θα πας να βρεις εκεί που πας, τι ομάδα είσαι, τι ωραία που είναι τα γεμιστά της μαμάς μου, πώς θα τη βγάλουμε χωρίς γεμιστά εκεί πάνω; Τίποτα απ' αυτά. Η αεροσυνοδός μας ρωτάει ευγενικά αν θέλουμε κι άλλο καφέ. Δεν έχει καταλάβει ότι είμαστε Έλληνες, δε χρειάστηκε ούτε μια φορά να μας ζητήσει να σβήσουμε τα τσιγάρα μας. Μεταξύ των βρετανών αεροσυνοδών φαντάζομαι ότι, ως φυλή, είμαστε κάτι σαν θρύλος: τσάρτερ φορτωμένα με τύπους που καπνίζουν από ένα πακέτο σε κάθε πτήση, μετατρέποντας το αεροσκάφος σε μια τεράστια ζώνη καπνιστών. Ο "12C", ο τύπος στο παράθυρο, γύρω στα σαράντα, με ριγέ γραβάτα και πουκάμισο, διπλανός του διπλανού μου, απευθύνεται στο διπλανό του: - Εκείνος ο Καραθεοδωρής έχει ολόκληρη πλατεία στο Παρίσι. Ξέρεις, «Ο» Επιστήμονας, το κεφάλι πίσω απ' τον Αϊνστάιν. Μα δε θα 'πρεπε να του είχαμε κι εμείς ένα δρόμο στ' όνομα του; Η Ελλάδα, αχ η Ελλάδα... Τι είμαστε οι Έλληνες, τρώμε τα παιδιά μας, φιλοσοφεί πρωτότυπα. - Τον έχετε υπ' όψιν; ρωτάει τον διπλανό μου, που, σαν άντρας, θα ξέρει κάτι παραπάνω. - Όχι ακριβώς. - Αυτός που έκανε όλη τη δουλειά και του 'φαγε τη δόξα ο Αϊνστάιν. Σπουδαίος επιστήμων, απευθύνεται γενικά στο κοινό. - Πώς του την έφαγε δηλαδή; - Επειδή ήταν Γερμανός, άρια φυλή, ενώ εμείς μια ζωή στο φτύσιμο. Μας υπονομεύουν. Δε μας συμπαθούν, απευθύνεται σε μένα, που, σαν γυναίκα, θα είμαι πιο συγκαταβατική. - Ποιοι; - Οι Αμερικάνοι, οι Ευρωπαίοι, τι ποιοί; - Καλός ήταν ο Καραθεοδωρής, αλλά κι ο Αϊνστάιν κάτι έκανε, απαντάω συγκαταβατικά. Τον Καραθεοδωρή τον έφαγα στη μάπα ένα άλφα χρονικό διάστημα στο δεύτερο ή τρίτο έτος, από σπόντα. - Να σας πω, τον τύπο δεν τον ξέρω αλλά αυτό που ξέρω είναι ότι ο Αϊνστάιν ήταν ένας τσαπατσούλης, ένας δυσλεκτικός με δυο διαφορετικές κάλτσες, χωρίς δημόσιες σχέσεις, και χέστηκε για τη δημοσιότητα. Μα γιατί πρέπει να υπάρχει ένας Έλληνας πίσω απ' όλα, τι μιζέρια είναι αυτή; την ψωνίζει ο διπλανός μου, που μ' αυτό τον συμπαθώ αυτοστιγμεί. - Πολύ επίμονος, ψιθυρίζω, έχοντας βγάλει ένα-δυο συμπεράσματα: Ο διπλανός μου σπουδάζει θεωρητικά, ο παραδιπλανός μου έχει μια μελιτζάνα παπουτσάκι μπηγμένη στο κεφάλι. Χονδρικά, και με επίγνωση του ότι πέφτω σε γενικεύσεις, οι σπουδάζοντες στο εξωτερικό ανήκουν σε δυο κατηγορίες: σ' αυτούς με τη μελιτζάνα και σ' αυτούς με την μπανάνα. Οι πρώτοι αναπολούν διαρκώς τις μελιτζάνες της μαμάς τους. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν αυτοί που τρώνε τα πάντα, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται. Αυτοί λοιπόν τρώνε πολλές μπανάνες, που είναι φτηνές, διεθνείς και πλάνες - κι έχουν και μαγνήσιο που ηρεμεί, διότι -ξέχασα να το αναφέρω- αυτοί είναι συνήθως πιο νευρωτικοί από τους άλλους. Τα τσάρτερ έχουν έναν τρόπο να σε κάνουν να ξεχνάς τα ασήμαντα πράγματα (φαγητό, σέρβις, ταλαιπωρία - όχι ότι έχεις εξωπραγματικές προσδοκίες, με πενήντα χιλιάρικα πήγαινε-έλα το μόνο που εύχεσαι είναι να φτάσεις) και να επικεντρώνεσαι στα σημαντικά: σε μια γρήγορη επισκόπηση της εδώ ζωής σου, στο αν διαθέτεις τα προαπαιτούμενα για να προκριθείς στον επόμενο γύρο, στο πόσες έξοδοι κινδύνου υπάρχουν στο αεροπλάνο και πού βρίσκονται. Όταν υπάρχει από κάτω θάλασσα νιώθω καλύτερα: επειδή έχω καλή σχέση με το υγρό στοιχείο έχω την εντύπωση ότι, αν πέσουμε στη θάλασσα, κάπως θα τη σκαπουλάρω. Αν φτάσει ποτέ αυτό το τσάρτερ του κώλου, δίνω υποσχέσεις στο θεό να είμαι πιο εντάξει, ειδικά με το «ου κλέψεις» - εξαιρουμένων των βιβλίων όμως, ναι; Με το που πατάω το πόδι μου στον υπερυψωμένο διάδρομο που οδηγεί από το αεροσκάφος στο αεροδρόμιο, μετατρέπομαι πάλι στο άθεο αχάριστο πλάσμα που ήμουν πριν την πτήση. Και αυτή η μετατροπή λαμβάνει χώρα πέντε-έξι φορές το χρόνο. Υποψιάζομαι ότι τα αεροπλάνα είναι μέρος του θεϊκού μάρκετινγκ για να μαζεύει κόσμο. Σίγουρα. Τα αεροπλάνα, οι εξετάσεις, τα τεστ εγκυμοσύνης, οι ανίατες νόσοι, η διαδρομή Κατερίνη-Γιάννενα μέσω Κατάρας. - Το 'ξερες ότι η προσγείωση είναι η πιο επικίνδυνη στιγμή της πτήσης; ρωτάω. Μα φυσικά και το'ξερε, όλοι το ξέρουν αυτό. - Μπορείς να μου κρατήσεις το χέρι, λέει. Σιγά μην το κρατήσω, έχω αντεπεξέλθει σε χιλιάδες μίλια πτήσης χωρίς βοήθεια, αν είχα τη σχετική κάρτα θα κέρδιζα το μεγάλο μπόνους. Τρία λεπτά πριν την προσγείωση πέφτουμε σε κενό αέρος, το ποτηράκι με την πορτοκαλάδα αναπηδάει στο τραπεζάκι, το στομάχι μου κάνει βουτιά προς τα πάνω, πιάνω το χέρι του: χρειάζομαι ένα Ταβόρ, μια μυτιά λεβάντας, μια τηλεμεταφορά. Δαγκώνω τα νύχια μου - ένα μανικιούρ. Πριν καλά καλά το χρώμα επιστρέψει στα μαγουλά μου, ο διπλανός μου με καλεί στη Γλασκόβη. Λέει: - Έλα στη Γλασκόβη, για Σαββατοκύριακο. Και όχι «όποτε σε φέρει ο δρόμος σου έλα να με δεις». - Το πρωί θα κάνω λίγη δουλίτσα, εσύ μπορείς να κοιμάσαι. Η υπόλοιπη μέρα δικιά σου. θα κάνουμε ό,τι θες. 'Αμα θες. - Έχω κάτι ταμαγκότσι να ταΐσω, λέω, ενθυμούμενη τα βακτήρια μου: ζωηρά και συνεργάσιμα την τελευταία φορά που τα είδα, αλλά πολύ ευαίσθητα κατά βάθος, που σημαίνει ότι μπορεί να τα παίξουν σύντομα - αν δεν τα 'χουν παίξει ήδη. - Δεν μπορεί να το κάνει κανένας άλλος; Μπορεί, εδώ που τα λέμε μπορεί. Η Ταϊλανδέζα Ομ, για παράδειγμα. Το μακρύ μαλλί του μυρίζει εξωτικά φρούτα, τα χέρια του χαϊδεύουν μηχανικά τα πειραματόζωα του Αρκά - γιατί όχι; Γλασκόβη, Glasgow, δεν έχω πάει ποτέ, είναι δυο ώρες απ' το μεσαιωνικό Εδιμβούργο. Δυο ώρες είναι από δω και η Θεσσαλονίκη, δέκα λεπτά με αστρικό ταξίδι, δυο δευτερόλεπτα με τη σκέψη. Πάει η Θεσσαλονίκη, ξεχνά τη, φάε τα αφυδατωμένα καρότα σου και συγκεντρώσου, μικρή, η ζωή είναι τραγούδι των Pink Floyd: Αν δε φας το κρέας σου δεν έχει πουτίγκα. Η αεροσυνοδός επιβλέπει ξανά τη ζώνη μου, εγώ επιβλέπω ξανά τα πέριξ - στο βάθος ένα βρεγμένο παξιμάδι που διογκώνεται: το Λονδίνο. Δύο βήματα πριν τον έλεγχο πετάω το τηλέφωνο του. Χαζεύω με συγκατάβαση τους έξωθεν της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα περάσουν ένα κάρο ελέγχους. Ο φρεσκοσιδερωμένος ελεγκτής από συνήθεια μου ξεφυλλίζει το διαβατήριο, διατηρώντας το σιδερωμένο του χαμόγελο. Περνάω σαν την Ελβετία: ως υπεράνω πάσης υποψίας. Αν λάβω υπ' όψιν την εμπειρία του παρελθόντος, ποτέ δε θα με ψάξουν. Στο τσεπάκι του Ντόλτσε Καμπάνα -που δεν έχω, μα θα αγοράσω αν το κόλπο πετύχει- χωράει άνετα μια φουχτίτσα κόκα ψεκασμένη με Κένζο Τζονγκλ. Και λίγες μυρωδάτες φουντίτσες Καλαμάτας, που θα μου εξασφάλιζαν ένα μήνα χλιδής. Όπως είπα όμως, είμαι μια αλήτισσα φω... Τρέχω στην τουαλέτα. Προλαβαίνω να ρίξω λίγο νερό στα μούτρα μου, λίγο υγρό στους φακούς μου πριν οι αποσκευές αρχίσουν να βγαίνουν. Αν ερχόμουν από υπερατλαντική πτήση, αν είχα ένα σημαντικό ραντεβού, θα προλάβαινα να ρίξω κι ένα ντουζάκι. Αν ήσουν στο αεροδρόμιο της Βαρκελώνης: το Γκάτγονικ δεν έχει ντους, μου υπενθυμίζει η Σέβη. Στην τουαλέτα υπάρχει γιγα-ποσότητα χαρτιού υγείας, οι πόρτες κλειδώνουν κανονικά, τα πόμολα είναι στη θέση τους κι ο πάγκος σου δίνει την εντύπωση ότι θα μπορούσες να φας επάνω του. Έξω τα δημόσια τηλέφωνα λειτουργούν όλα κι ολόκληρο το τέρμιναλ περιβάλλεται από ένα φωτοστέφανο καθαριότητας και τάξης: κάθε άφιξη στην Αγγλία είναι ένα μικρό πολιτισμικό σοκ. Παίρνω τηλέφωνο σπίτι μου: ότι δεν έγινε αεροπειρατεία ή ατύχημα - ξέροντας ότι η μαμά μου είναι καρφωμένη στην τηλεόραση μήπως δείξουν κάτι σχετικό οι ειδήσεις. - Έφτασα, όλα καλά, λέω και το κλείνω. Έχουν αρχίσει να γυρίζουν οι βαλίτσες, και η σκέψη ότι κάποιος θα τη βουτήξει ή θα την μπερδέψει με τη δική του με κατατρύχει και πάλι. Αναμένω. Αναμένω τη βαλίτσα μου στην πιο γρήγορη ταινία παραλαβής αποσκευών του κόσμου. Στο Γκάτγουικ οι βαλίτσες γκαζώνουν, περνούν μπροστά απ' τα μάτια σου σαν διαφήμιση του ΜΤV, βιάζονται, όπως εσύ, να προλάβουν. Δε βιαζόσουνα πάντα. Στο αεροδρόμιο Χρυσουπόλεως με τις ώρες περίμενες - να φτάσω, να μαζέψω τη βαλίτσα μου, να σε φιλήσω, να σ' αγαπήσω... Στο αεροδρόμιο Χρυσουπόλεως κυλάει η πιο αργή ταινία αποσκευών του κόσμου - μια πιο αργή ίσως περιστρέφεται στο Μεξικό την ώρα της σιέστας. Η παμπάλαια Μπαρτούτσι μου έρχεται σπηνταριστή - μυστικά εύχομαι να τη μαγκώσει η ταινία, να τη μασήσει. Με την αποζημίωση θα πάρω μια Σαμσονάιτ ημίσκληρη, που θα κάνει γκελ στις κυλιόμενες του Γκάτγουικ όπως το ελαστικό μπουκάλι της Φάντα στη διαφήμιση. Δίνω μια βουτιά και την αρπάζω, προτού τα κιλοτάκια μου παρασυρθούν σε λάθος συρτάρια. Απέναντι ο ψυχαναλυτής σέρνει το καροτσάκι του με δυο μεγάλες βαλίτσες (στη μία γραβατούλες συνεδριάσεων και στην άλλη σύνεργα για σαδομαζό σεξ;). Είναι ιδρωμένος και κοντύτερος απ' ό,τι τον υπολόγισα. - Να προσέχεις, αγαπητή μου, μου σκάει ένα χαμόγελο σχεδόν εγκάρδιο. Να προσέχω, αλλά τι; Μόνο ο εαυτός μου μπορεί να με βλάψει. - Είναι ένας πολύ άγριος κόσμος εκεί έξω. Για ένα μικρό κορίτσι σαν κι εσένα. Και μόνο ένας άντρας σαν κι εσένα μπορεί να βοηθήσει, ε; Απομακρύνεται. Μπορεί να με πέρασε για νυμφομανή - ότι κάθομαι δίπλα σε διάφορους στο αεροπλάνο και ψάχνομαι. Μπορεί και να είμαι, θα 'θελες, σφυρίζει η Σέβη. Μην κρίνεις εξ ιδίων, της απαντάω. Κυλάω στο γαλάζιο κυλιόμενο διάδρομο, κυλάει η ταινία της κασέτας στο γουόκμαν μου. Κολλώντας, κυλώντας -βαλίτσες, κασέτες- κολλώντας, κυλώντας -ετικέτες, σκάλες, διαβατήρια- συμπαρασύρομαι. Το γαλάζιο τούνελ με αδειάζει στα έγκατα του δεύτερου τέρμιναλ: να 'τος. Κλειδώνει στο σταντ το καροτσάκι, βουτάει τη βαλίτσα σαν να 'ναι φάκελος, βγάζει λεφτά απ' το αυτόματο μηχάνημα, η αλογοουρά του ανεμίζει αναρχικά, το μυαλό μου υπολογίζει τρελά: σκοτσέζος σκύλος, ωραία μάλλινα, σπίτι με κόκκινα τούβλα, σκραμπλ, βροχή και σαλιαρίσματα μπροστά στο τζάκι, καθόλου ποδόσφαιρο. Αμήχανα ψάχνει για ταξί, ξεχνάω το όνομα του, φωνάζω: - Ει, εσύ... -Ναι; - Δεν έχω πάει ποτέ στη Γλασκόβη. - Έχω το Space Invaders σε πέντε εκδόσεις, απαντάει. Είσαι αλλού γι' αλλού, σφυρίζει η Σέβη. Σκέτη Σουρλουλού, σφυρίζει η μαμά μου. Η μικρή Λουλού, σκέφτομαι εγώ. Βρίσκω μια θυρίδα και κλειδώνω τη βαλίτσα μου. Μένω ανάλαφρη, μ' ένα σάκο κι ένα έξτρα κλειδί περασμένο στο μπρελόκ μου. Σ' όλη τη διαδρομή ως το σταθμό των τρένων, επαναλαμβάνω στον εαυτό μου ότι έχω όλο το χρόνο να αλλάξω γνώμη. Όταν πια βρίσκομαι με ένα μειωμένο εισιτήριο στο χέρι μπαίνω στο βαγόνι και κλείνω την πόρτα. Το Σαββατοκύριακο θα με βρει στα ψηλά οροπέδια. Εσύ δε θα με βρεις, ακόμη κι αν τηλεφωνήσεις. Ως να 'ρθει το ραντεβού με τον καθηγητή μου, σε πέντε μέρες, βλέπουμε. Θα γυρίσω όλη την Αγγλία με τα μουσκεμένα χωριουδάκια της. Και την Ουαλία, αν χρειαστεί, θα γυρνάω ώσπου οι λέξεις σου να φανούν βαρετά κλισέ, τα χέρια σου λιπαρά και αδέξια, και το πομπώδες πουλί σου μια μαύρη κουκίδα στην απεραντοσύνη του παγκόσμιου χάρτη. |
