σχεδόν σούπερ
- Σαν παράδεισος ακούγεται η ζωή σου, λέει ο διπλανός μου αποστρέφοντας το βλέμμα από τα μπούτια μου. Αν βέβαια σου αρέσουν αυτού του είδους τα καλούπια.
Ή, αυτού του είδους τα μπούτια.
Ήταν ένα φιλί τόσο ανεπαρκές όσο μια λεκάνη νερό για κάποιον που σκοπεύει να κολυμπήσει πρόσθιo.
- Τι έφερες; ρωτάω ανυπόμονα. - Το πισί μου, κάμερα, παιχνίδια... κι αυτή η κούτα είναι για μη χαλάει ο σκληρός όταν πέφτει η τάση. Ε, τι να φέρω, ρούχα;
Η Βέρα είναι τριάντα τριών και αντί μωρού κουβαλάει στην πλάτη της ένα ασημί λάπτοπ που έχει γυρίσει τον κόσμο. Το υπερηχητικό μυαλό και μαλλί της τινάζει τους γύρω σαν μύγες. Ζει με τη συλλογή παπουτσιών της. Αποκοιμιέται με Μίκυ Μάους. Είναι σούπερ.
Δεν είναι φτιαγμένη για να βλέπει τηλεόραση. Γιατί είναι φτιαγμένη; Για να απλώνει βρακιά, αν ακούσει τη μάνα της, για να σώζει εταιρίες, αν ακούσει τον Τσάρλι. Για να ζει σε ξενοδοχεία, να παρασέρνει σ΄αυτά άντρες που δεν την ενδιαφέρουν. Τότε γιατί η λέξη πουλί υπεισέρχεται επαναληπτικά στα λόγια της;
Πόσο κοστίζει η τσάμπα ψυχανάλυση. Τι σημαίνει ''Παντρευόμαστε ή χωρίζουμε?'' Θα ανακαλύψει ο μαμούχαλος, σπασίκλας Γκούφι τον καπιταλισμό και τη μόδα; Ποιοι καλλιεργούν οργανικά τοματάκια; Ποιος της πήρε το λάπτοπ; Και γιατί στο διάολο έκλεψε - κάτι λιγότερο από Ντόλτσε Γκαμπάνα; Με επιτάχυνση ξαμολημένου ασανσέρ ουρανοξύστη σε άδειο γλιστερό φρέαρ λίγο πριν συντριβεί στο υπόγειο, η Βέρα καταρρέει. Κι ανακαλύπτει τον έρωτα και το φόβο.
ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Κομπιουτεράκηδες εν δράσει [ΒΗΜΑ]
Η ζωή στον αφρό [ΤΑ ΝΕΑ]
Κορίτσια για φίλημα [Ελευθεροτυπία]
Καθημερινή
Διαβάζω
|